Feeds:
Posts
Comments

Posts Tagged ‘[Μη αυτοεξομολογητικές] αερολογίες’

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πάτησα το πόδι μου πάνω σε κάτι μαλακό που υποχώρησε από το βάρος του σώματός μου αργά και σχεδόν άυλα. Άνοιξε, έπεσα, προσγειώθηκα δίχως ήχο. Γύρω μου υπήρχαν χρώματα έντονα, σχεδόν ενοχλητικά στο μάτι, αλλά πάνω μου υπήρχαν μόνο τονικότητες του γκρι, και ξεθωριασμένες αποχρώσεις, κατάλοιπα παλαιών λαμπερών χρωμάτων. Έμοιαζα με ανιαρή ουσία μεταξύ εξάρσεων.

Περπάτησα. Τα ρούχα μου άλλαζαν συχνά, πολύ συχνά, σχεδόν με κάθε βήμα μου. Ίσως αν είχα έναν καθρέπτη μπροστά μου να μπορούσα να αντιληφθώ και την αλλαγή στη μορφή μου.

Περπάτησα σε ένα δρόμο. Σπίτια εκατέρωθεν, ο κάθε άνθρωπος είχε δικό του ρυθμό, άλλοι είχαν παγώσει σε μια σταθερή αγωνία, άλλοι έτρεχαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Το μυαλό μου, αλλά όχι εγώ, σκέφτηκε πως μάλλον έχουμε πόλεμο. «Επιτέλους», ομολόγησα στα σπλάχνα μου. Ζεσταινόμουν. Είχα χάσει την αίσθηση της ακοής. Μπορούσα μόνο να αντιληφθώ σε όλη την περίμετρο γύρω μου πως συνέβαιναν πράγματα που έκαναν θορύβους, μπορούσα να τους καταλάβω, ίσως να τους μαντέψω όπου η εικόνα σκοτείνιαζε, αλλά δεν τους άκουγα.

Άρχισα να συναντώ γνωστούς μου. Ήθελα απεγνωσμένα να φτάσω στη σπηλιά. Ήξερα πως μόνο εκεί θα υπήρχε ησυχία, πως μόνο μακριά από αυτή την παράνοια θα σώπαινα και θα άκουγα την σιωπή που με περιβάλλει. Οι γνωστοί μου μιλούσαν. Άκουγα μέσα από τον υπόκωφο χτύπο των μηλιγγιών μου. Είχα τρέξει κι εγώ μάλλον. Μιλούσαν για πολιτική, για τέχνη και για παιδεία και ήξερα πως έλεγαν ψέματα, από τα πρόσωπά τους  που έλιωναν σταδιακά και στάλαζαν στην ζεστή από το χιόνι άσφαλτο, σε χοντρές, πολύχρωμες σταγόνες, σαν μπουκέτα από κεριά σε τζάκι. Κάποιοι λυσσομανούσαν, ούρλιαζαν «μην πας εκεί!» και τα πρόσωπά τους έχαναν την μορφή τους, διαλύονταν σε ογκώσεις στον αέρα, έβρισκαν χώρο ανάμεσα στα κυβικά, ορατά μόριά του και καρφιτσώνονταν εκεί. Η ανθρώπινη αποσύνθεση άφηνε σάρκινους λεκέδες στο διάβα της.

Το διασκέδαζα λίγο. Ήξερα πως έπρεπε κάπου να πάω. Είχα χάσει τον προσανατολισμό μου και η σπηλιά δεν υπήρχε πια, ούτε καν στην σκέψη μου. Στο μεταξύ οι ήλιοι είχαν γίνει πολλοί και η ζέστη που έφερνε το χιόνι που έπεφτε, αφόρητη. Ο κόσμος βρισκόταν σε μια σύγκρουση, ολική, σταθερή και μη αναστρέψιμη.

Σε συνάντησα. Ήταν μια προγραμματισμένη συνάντηση. Το ανάστημα σου ίσιο, λίγο τρομαγμένο, αλλά έδειχνε να γνωρίζει καλύτερα. Μου εξήγησες με κλαγγές αντί για λέξεις τι συμβαίνει. Έγνεψα συναινετικά. Αρχίσαμε να παλινδρομούμε ανάμεσα στις κολώνες ενός κτηρίου, από πάνω λάμψεις και κρότοι άνθιζαν. Μας κυνηγούσαν για ώρα πολλή ανάμεσα στις κολώνες. Πάνω κάτω ασταμάτητα. Τους τσακίζαμε με μόνα μας όπλα τον δείχτη και τον αντίχειρα σε ορθή γωνία. Ήρθε παύση, άγγιξα χείλη, αντάλλαξα βλέμμα. Πριν έρθει η επόμενη φυγή προς τα εμπρός, εξαφανίστηκες.

Ή μάλλον εγώ μεταφέρθηκα αλλού, πιο ήσυχα, παρόλο που δεκάδες μορφές είχαν παγώσει σε μορφασμό ουρλιαχτού. Έμοιαζε με άνοιξη σε σεληνιακό κρατήρα. Κοκτέιλ Νάπαλμ. Μέσα σε μια φωτεινή έκρηξη, κάποιες φωνές μου έλεγαν πως η Αναγέννηση θα αργήσει, γιατί ο ζωολογικός κήπος βεβηλώθηκε από φανατικούς ανθρωπιστές. Νομίζω πως ακούγοντας αυτή την είδηση έκλαψα. Σκέφτηκα πως ήταν κρίμα που δεν ήσουν εκεί να δεις το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού. Ακόμα και η σπηλιά είχε καταρρεύσει. Υπήρχαν μόνο άνθρωποι. Αρνήθηκα τη βοήθεια που μου προσέφεραν τα διαμελισμένα τους χέρια. Είχα αποφασίσει πως θα καθόμουν εκεί, μόνη και ήσυχη, να πεθάνω μαζί με την ήδη νεκρή φύση που με περιέβαλλε. Δεν υπήρχε πια τίποτα για να περιμένω. Μόνο άνθρωποι.

Advertisements

Read Full Post »