Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘Τιρουρίρου’ Category

Κοιτάζω την προηγούμενη ανάρτηση και διαπιστώνω πως από τον περασμένο Νοέμβρη των καυτών τηλεοπτικών ειδήσεων, της ανόδου της υπάρχουσας κυβέρνησης, της καταστρατήγησης των πολιτικών ελευθεριών μας και πάνω από όλα, της απόλυτης διακωμώδησης των δικαιωμάτων μας, λίγα έχουν αλλάξει.

Ως εκ τούτου, σιωπούσα.

Μεσολάβησαν σκάνδαλα οικονομικών καταχρήσεων που ως εκ θαύματος ανασύρονται στο φως προεκλογικά, αυτοκτονίες πολιτών με περισσότερο ή λιγότερο πολιτική χροιά, τα νέα μέτρα που αναμένουμε, πάντα στωικά, να μας φορεθούν από Ιούνιο, η κατάργηση των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων, όπως αυτά είχαν κατοχυρωθεί από δεκαετίες πάλης, άλλη μια αναδιάρθρωση/αποσάθρωση στην παιδεία, τα εγκαίνια κτηρίων μαζικής κράτησης μεταναστών με στόχο την αδιάκριτη απέλασή τους, η κατ’ οίκον παράδοση/ενοικίαση ένστολων για την προστασία του πολίτη, ο επικός προεκλογικός αγώνας της Χρυσής Αυγής, και πλατιά χαμόγελα εν όψη εκλογών.

Και εμείς θα συνεχίσουμε να ψηφίζουμε ότι ψηφίζαμε, γιατί εμπιστευόμαστε μόνο όσα γνωρίζουμε. Παθολογία.

Προχθές ονειρεύτηκα πως τα αποτελέσματα της Κυριακής με διέψευσαν. Ένα τεράστιο αγωνιστικό μέτωπο προχωρούσε στους δρόμους, καταστρέφοντας τα τελευταία απομεινάρια των συντηρητικών θεσμών μας. Όπλα ιδεών, ανάκατα με ατσάλι, ήταν στα χέρια ανθρώπων γεμάτων δύναμη και χαμόγελα, που δεν φοβούνταν να ζυγίσουν τις δυνατότητες, να αποφασίσουν για τους εαυτούς τους, να βγουν έξω, να πολεμήσουν για τις αξίες τους και εάν ηττηθούν, να επαναπροσδιορίσουν τις δυνατότητές τους, προασπίζοντάς τες με ακόμα ισχυρότερα μέσα και ιδέες. Αυτούς τους ανθρώπους ονειρεύτηκα και όχι τα τρομαγμένα, αμήχανα πλασματάκια, που κουβαλούν χρόνια αμνησία αντί συνείδησης, και τα οποία αντικρίζω καθημερινά.

Βλέπω και μια μερίδα ανθρώπων που επιστρατεύουν άφοβα την φαντασία τους και κλίνουν προς εναλλακτικές εκλογικές λύσεις. Υγεία.

Εννοείται πως εν μέσω μιας συνολικά στρεβλής κοινωνικοπολιτικής δομής, με τρύπιο εκλογικό σύστημα, το να ψηφίζει κανείς είναι σχεδόν κοροϊδία. Όμως για όσους φτάσουν μέχρι τις κάλπες, ας το κάνουν με πλήρη συνείδηση της συνέπειας που έχει εκείνο το χαρτί που βάζουν στη σχισμούλα της κάλπης. Όχι άλλο κονφορμισμό. Όχι άλλη πολιτική ηδονοβλεψία σε αυτό το φιλμ κοινωνικού σαδισμού.

Read Full Post »

Κύλησε μια σταγόνα παγωμένη στο μάγουλό μου, ψιθύρισε στο αυτί μου πως ο χειμώνας βρίσκεται προ των πυλών. Την ξέρω καλά αυτή τη σταγόνα, συναντιόμαστε χρόνια τώρα κάθε τέτοια εποχή ζητιανεύοντας η μια την προσοχή της άλλης.

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνει η στιγμή να την αναγνωρίσω, δυσκολεύομαι, κλέινω τα μάτια, τα αυτιά και τα ρουθούνια, αρνούμαι να δεχθώ το σκοτάδι που τόσο άδικα τη στοιχειώνει.

 

Εντάξει, λέω και τώρα, ακόμα είναι μακρυά.

 

Η θύελλα έξω από το τζάμι μου διαφωνεί. Και οι κούτες, βαριές και παραγεμισμένες, έτοιμες για την μετακόμιση έχουν παγιδευτεί στον διάδρομο του σπιτιού, έντρομες στην ιδέα μια πιθανής εκβιασμένης εξόδου από το κτήριο. Μην ανησυχείτε, γλυκές μου, κανείς δεν θα σας βγάλει στη βροχή, κυρίως γιατί θα πρέπει ταυτόχρονα να βγει και ο ίδιος.

 

Όση ώρα στέκομαι, βρεγμένη ακόμα από την μπόρα που εξαπέλυσαν πάνω στην πόλη οι ουρανοί, στέκεται απέναντί μου το μουσκεμένο γράμμα.

Το γράμμα. Μια συγχορδία αιφνιδιαστικά παιγμένη στη μέση της σιωπής. Ικανή να ενισχύσει την αδράνεια του χρόνου.

 

Στέκομαι όρθια, με τα βρεγμένα ρούχα να με πλαισιώνουν, αφημένα στο πάτωμα, όπου έπεσε το καθένα. Το βλέμμα μου κοιτάει διαρκώς το γράμμα, λες και εκεί κρύβεται κάποια συμπαντική αλήθεια που μου αποκαλύφθηκε εμπιστευτικά από μια κοσμική πένα.

 

Τι ανατροπή γλυκιά και τρομακτική και αβυσσαλέα χαώδης μες στην ομορφιά της! Τώρα είναι σα να στεκόμαστε απέναντι ο ένας από τον άλλον, σα να γεννήθηκε από το μηδέν μιας υποθετικής αγνότητας η δυνατότητα να αγγιχτούμε.

 

Η φρίκη μιας πιθανής σταθερότητας, ενός προβλέψιμου μέλλοντος ανέβηκε βιαστικά στον λαιμό μου, έτοιμη να με περιγελάσει για τον αφελή ρομαντισμό μου.

 

Ακόμα δεν ξέρω. Μόνο στέκομαι εκεί όρθια και κοιτάω μια το γράμμα, μια τις κούτες, επιτρέποντας στην κρυστάλλινη βροχή που σταλάζει από τα μαλλιά μου στο πρόσωπό μου, να χορεύει σφιχταγκαλιαμένη με μερικά ζεστά, πηγαία δάκρυα.

 

Το συναίσθημα παραμένει ευτυχώς αδιευκρίνιστο.

 

Read Full Post »

Από στόμα σε στόμα.

Άλλωστε, μόνο έτσι γίνεται.

 

Read Full Post »

Η οπτική γωνία είναι κάπως παραμυθένια, αλλά στον κόσμο του Hans Richter τα όνειρα αποτελούν άλλη μια σελίδα στη Χρυσή Ευκαιρία.

Εξαιρετική ματιά στον κυνισμό της σύγχρονης κοινωνίας. Το Dreams that money can buy μας οδηγεί σε μια εναλλακτική (;) πραγματικότητα, όπου τα όνειρα έχουν ξεπουληθεί στο όνομα του καθωσπρεπισμού. Η καταπίεση των πρωταγωνιστών, η θλίψη και η ακόλουθη απομόνωσή τους μπορεί να κάνει πολλούς από εμάς να ταυτιστούν μαζί τους. Όλα παρουσιασμένα σε έναν συγκροτημένα υπερρεαλιστικό πλαίσιο.

Αναρωτιέμαι αν η διαμονή του στις Ηνωμένες Πολιτίες και η επαφή με το τότε ανθίζον Αμερικανικό όνειρο (η ταινία γυρίστηκε το ’47) έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της ταινίας, όσο δείχνει το περιεχόμενό της.

 

 

Η κινηματογραφική, η κοινωνική και η μουσική αξία του αποσπάσματος ισοφάρισαν μεταξύ τους. Επιπλέον, αξίζει να περάσει κανείς ένα απόγευμα αφήνοντας το μυαλό του να παίξει με τους μικρού μήκους πειραματισμού του σκηνοθέτη. Αλλά, ο παραπάνω σύνδεσμος στο όνομά του, εξηγεί τα πράγματα καλύτερα.

Οι υπόλοιποι από εμάς, ας συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε δωρεάν και ανεξάρτητα, πολλές φορές και όλοι μαζί παρέα, κι ας μας πουν κι αιθεροβάμονες. Δε βλάπτουμε, άλλωστε, κανέναν.

Read Full Post »

Πώς να ξεκινάς, λες τώρα; Τώρα που ξύπνησες με ένα δεύτερο σώμα ανάμεσα στα πόδια σου, μα με καμία ζωή στο δικό σου κουφάρι. Έξω σταλάζει το ξημέρωμα ώρες τώρα, εσύ παρατηρείς αυτό που γαλήνια σου κλέβει τον αέρα. Κυμαίνεται ανάμεσα στο χαριτωμένο και το αποκρουστικό. Σύγχρονη πάλη συναισθημάτων.

Και να ντυθείς αισθάνεσαι γυμνός, αποφασίζεις να μέινεις λοιπόν γυμνός, να περάσεις τη μέρα σου έτσι. Άλλωστε το να καλλωπίζεις την ασχήμια σου είναι απλά ένα τέχνασμα για να αποκρύψεις από τον εαυτό σου πόσο άσχημος είσαι. Στέκεσαι γυμνός λοιπόν, στη στάση, περπατάς στο δρόμο, πρωί. Αφήνεις το δέρμα σου να φθαρεί λίγο περισσότερο στα καθίσματα του τρένου.

Και θλίβεσαι ή εξεγείρεσαι από και έναντι σ-την ανθρώπινη διάδραση. Ας το βουλώσουμε όλοι, λες, κι ας σκεφτούμε λίγο περισσότερο, αντί να στήνουμε πανηγυράκια άσκοπων λέξεων. Μα δεν μπορεί κανείς να μαντέψει τη σκέψη σου, είσαι αναγκασμένος να ανοίξεις το χάσμα ανάμεσα στα χείλη σου και να τη μεταδόσεις. Λεκτικά. Ωχ, αδερφέ, δεν πειράζει, αύριο. Παραγγέλνεις από το μυαλό σου να παίξει λίγη μουσική. Τούρου-ρούρου. Καμουφλάζ. Πολύ καλά.

Έπειτα περπατάς ξανά, ο γκρίζος πύργος είναι ο καρφιτσωμένος προορισμός σου, τον έχεις δέσει με ένα σχοινί, τον τραβάς πιο κοντά με κάθε σου βήμα. Εκεί θα σφραγιστείς για κανένα οχτάωρο (βάση νόμου) να κάμεις τη δουλειά σου. Για να γυρίσεις, να ντυθείς όταν μπεις σπίτι, να ξαπλώσεις τη μοναξιά σου, να κλειδώσεις τον άλλον απέξω λίγο ακόμα, να τον δυσκολέψεις να καταλάβει. “Εμένα δεν με κατάλαβε κανείς”. Μύξες.

Όμως τίποτα από όλα αυτά δεν θα γίνει. Γιατί το κορίτσι με τις μωβ ψηλοτάκουνες μπότες έχει συντονήσει το βήμα του στη μουσική που το κεφάλι σου έπαιζε όσο τραβούσες τη διαδρομή της επιστροφής. Γιατί έπαιζε με τα ξύλινα τακούνια του τον ίδιο ρυθμό. Γιατί για ώρα περπάτησες πίσω της, διαπιστώνοντας πως ο ρυθμός των βημάτων της μεταβαλλόταν ανάλογα με τη μουσική που σκεφόσουν. Και γιατί αν σε αυτή τη σύμπτωση δεν ενυπάρχει η αλήθεια, τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει;

Read Full Post »

Νομίζεις έχει έρθει ένα τέρμα-τέλμα-ανάχωμα δίχως δυνατότητα υπέρβασης.

 Ξεφλουδίζεσαι και χτίζεις στη γύμνια της σάρκας σου νέα στρώματα από παραβατικές σχέσεις, ορμές δίχως στόχο, χαμόγελα προσεκτικά ξεσκονισμένα. Ατσαλάκωτη λογική.

 Κρεμάς το κεφάλι ανάμεσα στα αυτιά σου. Δεν βλέπεις γύρω σου, έχεις δέσει ένα ματωμένο επίδεσμο για παρωπίδα. Όμως το αίμα δεν είναι δικό σου. Έχεις θυσιάσει άλλου το είναι στην ύπαρξή σου. Και έχει αφήσει τη μνήμη του κατακρεουργημένου εκείνου μικρού σου θύματος να κοιμάται στο βάθος του τέρματος-τέλματος-αναχώματος.

 Βρίσκεις αποκρουστικές, άλλωστε, τις αποφάσεις.

 Μεμψιμοιρείς με κρυφή, όμως ικανοποίηση, για την αδράνεια που σε έχει κατακλύσει. Δε σκέφτεσαι καν πώς θα ξεφορτωθείς το πτώμα. Δε σου χρειάζονται περισσότερα σχέδια. Αρκετά σε κάνει να υποφέρεις το ότι ακόμα κάτι μέσα σου αισθάνεται τον παλμό της δυνατής μουσικής και ανατριχιάζει γλυκά όταν οι σκιές σε αγγίζουν.

 Χάδια λύπησης. Βλέμματα αποστροφής.

 Η ανάπηρη ψυχή σου θριαμβεύει επί της πραγματικότητας. Αιφνιδιάζονται οι επερχόμενες ώρες με τον πνιγμό του εαυτού σου σε μια ακολουθία θολών κινήσεων και τεντωμένων στιγμών.

 Αλλά παραμένεις να κοιτάς τον πυθμένα σου. Ανίκανος να στραφείς αλλού ή να κλείσεις τα μάτια. Κοιτάς το κουφάρι του εαυτού σου στη γωνιά της ψυχής σου.

Αδυνατείς.

Να ζωντανέψεις έστω και μια τρίχα σου.

Read Full Post »

ΟΙ αλληγορίες υποβοηθούν το παραμύθι. Πατερίτσες της φαντασίας, σταλάζουν ρυθμικά στο μυαλό μας, ποτίζουν κάθε μαλακό του μέρος, χαράζοντας πάνω του στιλβωμένες εικόνες.

Σαν σε όνειρο.

Είδα πως έπαιζα σκάκι με τον διάβολο. Ή με κάποιον που αλληγορικά είχε πάρει την θέση του.

Είχε ήχο το όνειρό μου μετά από πολύ καιρό. Κάποιον ήχο απόκοσμο και μακρυνό, που είχε γεννηθεί στον πυθμένα ενός κρατήρα τοπίου σεληνιακού.

Πληγές από ταξίδια έρεαν σαν σύννεφα δακρυσμένα. Εγώ ούτε σταγόνα στον ύπνο μου. Ασφαλής σε κάποιο θρόνο με πορφυρό βελούδινο κάθισμα, αρνούμαι να γείρω το σκήπτρο μου προς τα κατάντι της ιεροσύνης μου.

δεν θυμάμαι πια ποιός κέρδισε την παρτίδα. τα πιόνια μας ήταν το ίδιο χρώμα (άχρωμο μουντό στην αχνή ομίχλη του ονείρου μου), μα εμείς τα ξεχωρίζαμε. Ήταν τα Τζακ και τα Άμορυ. δεν ξέρω πια γιατί.

Σαν αιώνες να πέρασαν από την αρχή και από το τέλος του παιχνιδιού αυτού. Γερασμένος, φοράω ακόμα το φωτοστέφανό μου, στρέφω την ανάγκη μου στις ανακλάσεις των γύρω προσώπων. Γερασμένα κι αυτά έχουν πια κουραστεί, δεν τα βαστάν τα πόδια τους να με αναπτερώσουν. Κι οι πατερίτσες της φαντασίας έμειναν έξω στην βροχή όλο τον χειμώνα και έχουν πια σκουριάσει.

Μόνος στο μεγαλείο μου, κοιτώ το σύννεφο κάτω από τα πόδια μου. Ο ουρανός ανοίγει για εμένα, σάλπιγγες ηχούν θριαμβευτικά και η γαλήνη με πλησιάζει με τα χέρια ανοιχτά σε προσδοκία μιας αιώνιας αγκαλιάς.

Ο διάβολος δεν κατάφερε να με διαφθείρει μάλλον.

Γονατίζω και ξεσπάω σε λυγμούς.

Read Full Post »

Older Posts »