Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘[Μη Αυτοεξομολογητικές] Αερολογίες’ Category

Κύλησε μια σταγόνα παγωμένη στο μάγουλό μου, ψιθύρισε στο αυτί μου πως ο χειμώνας βρίσκεται προ των πυλών. Την ξέρω καλά αυτή τη σταγόνα, συναντιόμαστε χρόνια τώρα κάθε τέτοια εποχή ζητιανεύοντας η μια την προσοχή της άλλης.

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνει η στιγμή να την αναγνωρίσω, δυσκολεύομαι, κλέινω τα μάτια, τα αυτιά και τα ρουθούνια, αρνούμαι να δεχθώ το σκοτάδι που τόσο άδικα τη στοιχειώνει.

 

Εντάξει, λέω και τώρα, ακόμα είναι μακρυά.

 

Η θύελλα έξω από το τζάμι μου διαφωνεί. Και οι κούτες, βαριές και παραγεμισμένες, έτοιμες για την μετακόμιση έχουν παγιδευτεί στον διάδρομο του σπιτιού, έντρομες στην ιδέα μια πιθανής εκβιασμένης εξόδου από το κτήριο. Μην ανησυχείτε, γλυκές μου, κανείς δεν θα σας βγάλει στη βροχή, κυρίως γιατί θα πρέπει ταυτόχρονα να βγει και ο ίδιος.

 

Όση ώρα στέκομαι, βρεγμένη ακόμα από την μπόρα που εξαπέλυσαν πάνω στην πόλη οι ουρανοί, στέκεται απέναντί μου το μουσκεμένο γράμμα.

Το γράμμα. Μια συγχορδία αιφνιδιαστικά παιγμένη στη μέση της σιωπής. Ικανή να ενισχύσει την αδράνεια του χρόνου.

 

Στέκομαι όρθια, με τα βρεγμένα ρούχα να με πλαισιώνουν, αφημένα στο πάτωμα, όπου έπεσε το καθένα. Το βλέμμα μου κοιτάει διαρκώς το γράμμα, λες και εκεί κρύβεται κάποια συμπαντική αλήθεια που μου αποκαλύφθηκε εμπιστευτικά από μια κοσμική πένα.

 

Τι ανατροπή γλυκιά και τρομακτική και αβυσσαλέα χαώδης μες στην ομορφιά της! Τώρα είναι σα να στεκόμαστε απέναντι ο ένας από τον άλλον, σα να γεννήθηκε από το μηδέν μιας υποθετικής αγνότητας η δυνατότητα να αγγιχτούμε.

 

Η φρίκη μιας πιθανής σταθερότητας, ενός προβλέψιμου μέλλοντος ανέβηκε βιαστικά στον λαιμό μου, έτοιμη να με περιγελάσει για τον αφελή ρομαντισμό μου.

 

Ακόμα δεν ξέρω. Μόνο στέκομαι εκεί όρθια και κοιτάω μια το γράμμα, μια τις κούτες, επιτρέποντας στην κρυστάλλινη βροχή που σταλάζει από τα μαλλιά μου στο πρόσωπό μου, να χορεύει σφιχταγκαλιαμένη με μερικά ζεστά, πηγαία δάκρυα.

 

Το συναίσθημα παραμένει ευτυχώς αδιευκρίνιστο.

 

Advertisements

Read Full Post »

Δεν σε ξεχνάω, σα δάκρυ από μαργαριτάρι καμωμένο, σε τιμάει η ψυχή μου με την ανάμνησή σου.

Πάνε χρόνια σιωπής. Διότι κάποιο βίαιο χτύπημα σε άφησε σακάτη και εμένα λεπρή.

Και να που τώρα  μαχόμαστε ενάντια στη βουβή παθητικότητά μας, αποφασίζουμε να βουτήξουμε το δάχτυλο στο νερό και να το ταράξουμε, δειλά μεν, αλλά…

Αλλά εσύ φοβάσαι τα λόγια και εγώ τα συναισθήματα. Και έτσι δε συναντιόμαστε ποτέ στα όνειρά μας. Εσύ δε μιλάς, κι εγώ κρύβομαι πίσω από τη φλυαρία. Και όταν τελικά σωπαίνω, εσύ επιτίθεσαι με λεκτικό σπαθί, ατσάλινο.

Κρύβομαι λοιπόν εδώ μέσα, μα έχω επιτρέψει στα πόδια μου να περισσεύουν  και έτσι εσύ ξέρεις που είμαι, μα δεν τολμάς, άλλος δειλός, να ανοίξεις το περίβλημά μου, να κοιτάξεις μέσα, να ανακαλύψεις. Δεν τολμάς και όσο παραμένω κι εγώ κρυμμένη, αφηνόμαστε κι οι δυο να ξεθωριάζουμε υπό το φως του χρόνου.

Γρήγορα και με νεκρική ακρίβεια.

Read Full Post »

Πρώτα σουρούπωσε μερικές αποχρώσεις και έπειτα έγινε νύχτα, σκαρφάλωσαν τα  άστρα στον σκούρο θόλο που μας σκέπαζε με το άγνωστό του. Στέκονταν πια εκεί πάνω και μας κοιτούσαν, ομολογουμένως περιπαιχτικά. Ξανά μια κουβέντα με “εγώ!” – “εσύ;”. Λιγότερα “εμείς”, είναι σχεδόν πάντα λιγότερα, όλο και λιγότερα, σα να έχει ανατιναχθεί το σύνολο σε εκατομμύρια μπιλίτσες που κυλούν τώρα η καθεμιά μόνη της και προς ολότελα διαφορετικές κατευθύνσεις. Ασύμβατες, μοναχικές.

Η συζήτηση θα όδευε λοιπόν σε γνωστά μονοπάτια εάν δεν υπήρχε η ρομαντική μας τάση να αντιληφθούμε τον κόσμο φορώντας αθώα το πιο υπερρεαλιστικό μας βλέμμα.

Μάθαινα, άκουγα. Εκστατική της επικοινωνίας η δύναμη.

“Οι αιώνες περνούν αγγίζοντας κάποιους ανθρώπους, αρκεί να έχουν τη θέληση να ρουφήξουν το μεδούλι της ζωής. Να μη σπαταλάς τις στιγμές σου σε τίποτα λιγότερο από την αθωότητα της τεμπελιάς και τίποτα περισσότερο από τη συνείδηση της απόλαυσης”.  Άκουγα να μου λες, ξαφνικά σοφός.

Άναβε μια καύτρα από τσιγάρο, έπαιζε το ανοιχτόχρωμο ύφασμα στο θαλασσινό αεράκι και η άμμος ατάραχη, άκουγε κι αυτή τα μυστικά των λέξεων που είχαν πιάσει να γεφυρώνουν δυο όχθες. Λησμονημένη μυσταγωγία της επικοινωνίας.

Το επόμενο δευτερόλεπτο μου απαγόρευες να σκέφτομαι με κοινοτοπίες.

“Δίκιο, δίκιο έχεις, μα…”

Αυτόματα αποφασίσαμε να αποκρύψουμε το αυτονόητο και να λειτουργήσουμε με το παράλογο της διαίσθησης. Σαν παιδιά που γυρεύουν μπελάδες στις καβουρότρυπες, δίπλα στο κύμα, μέσα στον αφρό, κάτω από την ζεστή καθοδήγηση του ήλιου. Μόνο με τη διαίσθηση. Σα να οσφραινόμαστε στον αέρα και στη γη τo επόμενό μας βήμα.

Και εσύ μιλούσες τώρα με χίλιους τρόπους, ανάβλυζε από κάποια πηγή εσώτερη ο λόγος και η σιωπή σου και έσταζαν πάνω μου, σβήνοντας όμορφα.

Έτσι αναδεύονταν όλα αυτά στο μυαλό μου, τα δασκαλέματα δίχως άγγιγμα.

Χρυσός, σηκώθηκες και τίναξες την άμμο, κάποιος αψύς και αρχέγονος ήχος σε καλούσε από την άκρη της παραλίας στο επόμενό σου όνειρο.

Δυό ακρούλες – οι μπίλιες των “εγώ” μας είχαν συγκρουστεί και σπάσει – ξέφτιζαν λαμπερές εκεί που θα έπρεπε, βάση ανατομίας, να στέκουν τα πνευμόνια μας.

Και αναπνεύσαμε έτσι δυο ανάσες ο ένας μέσα στον άλλον.

Και χωριστήκαμε μέχρι την επομένη.

Read Full Post »

Ξανά μέσα. Γυρεύουν τα μάτια λίγο φως, μάταια. Συλλογίζεται κοιτώντας απλανώς τον τοίχο, τους τοίχους, που περιβάλλουν την ψυχή της. Μετράει μερικές αισθήσεις που αφελώς παγιδεύτηκαν στους νευρώνες της. Έχει στηθεί κουβέντα στο γλέντι του μυαλού της, λίγο παραπονιάρικη, μα οπωσδήποτε ειλικρινής:

Μέχρι προχθές τα γυμνά μου πέλματα φιλούσαν κατανυκτικά την άμμο σε κάθε τους βήμα. Τώρα προσγειώθηκαν μαλακά μέσα στην προστασία ενός ζευγαριού παπουτσιών. Τίποτα δεν πρόκειται να τους συμβεί. Τίποτα στην θλιβερή ασφάλειά τους. Αφήνομαι, πιάνομαι από καναδυό ηχάκια της νόησης. Όμορφα, λέω. Θυμάμαι τα λόγια του νου: “Από τις αρχές της αντίληψής μου, ίπταμαι. Λίγο πιο πάνω, λίγο πιο έξω από όσα συμβαίνουν.” Ευωδιάζει μια καταραμένη ελευθερία αυτή η φράση.

Την άγγιξα αυτή την ελευθερία, βύθισα το νύχι μου στην αρμύρα της και τη γεύτηκα, την άφησα να ποτίσει τη γλώσσα μου με τα χρώματά της. Ήταν λευκή και γαλανή και σμαραγδένια σαν τα ηλεκτροφόρα νερά του πελάγου. Ήταν ακατάπαυστη η ροή της, κύλησε σιωπηλά και σταθερά και στάλαξε παρά τους νόμους της φύσης, στον ουρανίσκο μου. Ξύπνησε την αντίληψή μου, την μετέφρασε σε γέλιο. Μαζεύτηκαν όλες οι αισθήσεις να ξαποστάσουν στην σκιά στιγμών φωτογραφικών – αν οι γεύσεις, οι ήχοι και η αφή δύνανται να φωτογραφίζονται. 

Σπάει το σπόρι από το σύκο ανάμεσα στα δόντια, μερικοί φθόγγοι μετατρέπονται σε δύο δάκρυα που ακροβατούν στις βλεφαρίδες, ένα χέρι τεμπελιάζει πάνω στην καμπύλη που πάλλεται αναπνέοντας και της προσφέρει οικεία ζεστασιά, τα βλέμματα συνομωτούν πάνω στους ήχους και στήνουν ξέφρενο χορό, δυο φιγούρες σκοτεινές δραπετεύουν από το σύνολο και αρχινούν να λάμπουν ζυμώνοντας φρέσκα παραμύθια, τα βλέφαρα αποκτούν ελεύθερη βούληση και γέρνουν σε όνειρα αναζητώντας λίγη δροσιά, τα χαμόγελα γεννιούνται και δένονται σε δάχτυλα πλεγμένα με δάχτυλα, το γυμνό ενός ώμου λευκού γίνεται καμβάς, διακοσμημένος απ’το φως με κοκκινωπές φακίδες, μερικές γουλιές παγωμένο οινόπνευμα γιατρεύουν τα μεσημέρια καίγοντας ηδονικά το λαρύγγι. Η ζέστη, οι καμπύλες, το λευκό, το πράσινο, το ξερό, το βαθύ, το υγρό, μια μάχη σωμάτων και σώματα που αναπαύονται, ραθυμία, γεύσεις ξινές, πικρές, μα ποθητές. Στροβιλισμός. 

Ωχ. Κάθε ώρα που δραπετεύει από το τώρα της, παίρνει και λίγες εικόνες πιο μακρυά. Πώς θα βγάλουν τον χειμώνα, όλες τούτες οι στιγμές; Φοβάται πως θα αποδράσουν από το μυαλό της, μα καθώς απεχθάνεται την ιδιοκτησία, αδυνατεί να πράξει έτσι ώστε να τις κρατήσει. “Ας κάμουν όπως νομίζουν”. Μα ακόμα φέρει τη ζεστή μυρωδιά του νησιού πάνω της. Ακόμα φοράει το καστανό ύφασμα του ήλιου στο δέρμα της και το ξανθό αλάτι στα μαλλιά της. Κι ας βρέχει έξω κι ας σκοτεινιάζει. Το καλοκαίρι θα θριαμβεύει αβίαστα στη μνήμη της, γαλήνια καθισμένο κάτω από το αρμυρίκι.

Read Full Post »

Ένα κύμα φέρνει το άλλο.

Κάθομαι στην άκρη μιας σκέψης, τυλίγω τις μνήμες σε κουβάρι με ύφος σοβαρό, που και που παίρνω το μεγάλο ασημένιο ψαλίδι ραψίματος και χαρίζω στον εαυτό μου μια γενναιόδωρη ψαλιδιά. Εξαφανίζω έτσι, έσβησα και μερικές στιγμές ακόμα, τι όμορφα.

Όμορφα.

Η θάλασσα από κάτω συνεχίζει να υπάρχει ατάραχη, ανέγγιχτη από τρικυμίες εσώτερες, ήχους αναρρίγησης. Φοράμε δυο ζευγάρια κουπιά στα χέρια μας και προσπαθούμε να χαράξουμε προορισμό. Ωκεανός και φανταζόμαστε πως υπάρχει άλλη μια Γη που δεν ξέρουμε, δεν ανακάλυψαν. Εμείς θα βρούμε τώρα που. Εδώ πάνω όμως το οξυγόνο μας τελειώνει.

Συνεχίζω να τυλίγω το κουβάρι, δυο, τέσσερα, οχτώ, τριανταέξι έχουν γίνει πια τα ζευγάρια κουπιά. Κάθε στροφή και λίγα ακόμα. Κάθε φορά φοράω, φοράς, νομίζουμε πως κάτι έχει αλλάξει, κάτι νεό έχει έρθει. Κόβω λίγο ακόμα από το νήμα, με ευχαριστεί. Λέω “θα κρατήσω τα κομμάτια να τα δέσω κόμπο πάνω από το κρεβάτι μου να θυμάμαι στον ύπνο μου να μην ξεχάσω. Ποτέ να μην ξεχάσω ξανά.”

Νομίζουμε ότι πάντα πρωτοπορούμε, σε ζευγάρια (κουπιά), σε τριάδες που και που. Καμία όμως φορά δεν αλλάξαμε τίποτα. Πάντα ίδια η συννεφιά, πάντα ίδιες οι κραυγές, λίγο αλλάζει η ηδονή, μεταβάλλεται χρωματικά ανάμεσα σε γνωστά συνήθως επίπεδα. Το άγνωστο φέρνει έκσταση για λίγο, έπειτα σκάει πουφ στον αέρα, μπιχλιμπίδια αστεράτα, εκατομμύρια, που προσγειώνονται με φόρα στα κεφάλια μας.

Και εκεί περίπου λέμε να το αναβάλλουμε, καλύτερα.

Και εγώ δαγκώνομαι για να ξεχάσω και κόβω λίγο ακόμα. Από το νήμα λίγο ακόμα.

Read Full Post »

Με την αίσθηση και την κριτική ματιά ενός παρατηρητή που στέκεται κάποια βήματα παράμερα από ένα συμβάν.

Πάει καιρός τώρα που δεν μπαίνω στη διαδικασία να σχολιάσω τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Η στάση μου αυτή δεν έχει καθόλου να κάνει με απώλεια ενδιαφέροντος. Αντιθέτως. Προσπαθώ να διαφυλάξω την ποιότητα της τωρινής εξεγερμένης Ελλάδας με το να αποφύγω την ανάρτηση ανός ακόμα άρθρου με κούφια σχόλια. Μεγάλα παιδιά είμαστε, ενημερωνόμαστε, αξιολογούμε τις εξελίξεις ανάλογα. Άλλωστε, λόγω γεωγραφικής απόστασης, αποτελώ μια αμφιβόλου αξιοπιστίας πηγή ενημέρωσης. Τα πραγματικά νέα τα διαβάζει κανείς εδώ. Την πραγματική γνώμη τη διαμορφώνει στο εργαστήρι της πλατείας, στους δρόμους και στις βραδυνές μπύρες με τους φίλους, στη ζύμωση της συζήτησης κι όχι από τη μονομέρεια μιας ανάγνωσης.

Μόνο, με θλίβει (more…)

Read Full Post »

Πώς να ξεκινάς, λες τώρα; Τώρα που ξύπνησες με ένα δεύτερο σώμα ανάμεσα στα πόδια σου, μα με καμία ζωή στο δικό σου κουφάρι. Έξω σταλάζει το ξημέρωμα ώρες τώρα, εσύ παρατηρείς αυτό που γαλήνια σου κλέβει τον αέρα. Κυμαίνεται ανάμεσα στο χαριτωμένο και το αποκρουστικό. Σύγχρονη πάλη συναισθημάτων.

Και να ντυθείς αισθάνεσαι γυμνός, αποφασίζεις να μέινεις λοιπόν γυμνός, να περάσεις τη μέρα σου έτσι. Άλλωστε το να καλλωπίζεις την ασχήμια σου είναι απλά ένα τέχνασμα για να αποκρύψεις από τον εαυτό σου πόσο άσχημος είσαι. Στέκεσαι γυμνός λοιπόν, στη στάση, περπατάς στο δρόμο, πρωί. Αφήνεις το δέρμα σου να φθαρεί λίγο περισσότερο στα καθίσματα του τρένου.

Και θλίβεσαι ή εξεγείρεσαι από και έναντι σ-την ανθρώπινη διάδραση. Ας το βουλώσουμε όλοι, λες, κι ας σκεφτούμε λίγο περισσότερο, αντί να στήνουμε πανηγυράκια άσκοπων λέξεων. Μα δεν μπορεί κανείς να μαντέψει τη σκέψη σου, είσαι αναγκασμένος να ανοίξεις το χάσμα ανάμεσα στα χείλη σου και να τη μεταδόσεις. Λεκτικά. Ωχ, αδερφέ, δεν πειράζει, αύριο. Παραγγέλνεις από το μυαλό σου να παίξει λίγη μουσική. Τούρου-ρούρου. Καμουφλάζ. Πολύ καλά.

Έπειτα περπατάς ξανά, ο γκρίζος πύργος είναι ο καρφιτσωμένος προορισμός σου, τον έχεις δέσει με ένα σχοινί, τον τραβάς πιο κοντά με κάθε σου βήμα. Εκεί θα σφραγιστείς για κανένα οχτάωρο (βάση νόμου) να κάμεις τη δουλειά σου. Για να γυρίσεις, να ντυθείς όταν μπεις σπίτι, να ξαπλώσεις τη μοναξιά σου, να κλειδώσεις τον άλλον απέξω λίγο ακόμα, να τον δυσκολέψεις να καταλάβει. “Εμένα δεν με κατάλαβε κανείς”. Μύξες.

Όμως τίποτα από όλα αυτά δεν θα γίνει. Γιατί το κορίτσι με τις μωβ ψηλοτάκουνες μπότες έχει συντονήσει το βήμα του στη μουσική που το κεφάλι σου έπαιζε όσο τραβούσες τη διαδρομή της επιστροφής. Γιατί έπαιζε με τα ξύλινα τακούνια του τον ίδιο ρυθμό. Γιατί για ώρα περπάτησες πίσω της, διαπιστώνοντας πως ο ρυθμός των βημάτων της μεταβαλλόταν ανάλογα με τη μουσική που σκεφόσουν. Και γιατί αν σε αυτή τη σύμπτωση δεν ενυπάρχει η αλήθεια, τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει;

Read Full Post »

Older Posts »