Feeds:
Posts
Comments

XXIV

Αυτό που βλέπουμε από τα πράγματα είναι τα πράγματα.

Γιατί θα βλέπαμε ένα πράγμα αν υπήρχε άλλα;

Γιατί πάει να πει “βλέπω” κι “ακούω” θα ήταν πλάνη

αν βλέπω κι ακούω σημαίνουν βλέπω κι ακούω;

 

Το ουσιώδες είναι να ξέρεις να βλέπεις,

να ξέρεις να βλέπεις δίχως να σκέφτεσαι, Continue Reading »

Advertisements

Βωβό.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πάτησα το πόδι μου πάνω σε κάτι μαλακό που υποχώρησε από το βάρος του σώματός μου αργά και σχεδόν άυλα. Άνοιξε, έπεσα, προσγειώθηκα δίχως ήχο. Γύρω μου υπήρχαν χρώματα έντονα, σχεδόν ενοχλητικά στο μάτι, αλλά πάνω μου υπήρχαν μόνο τονικότητες του γκρι, και ξεθωριασμένες αποχρώσεις, κατάλοιπα παλαιών λαμπερών χρωμάτων. Έμοιαζα με ανιαρή ουσία μεταξύ εξάρσεων.

Περπάτησα. Τα ρούχα μου άλλαζαν συχνά, πολύ συχνά, σχεδόν με κάθε βήμα μου. Ίσως αν είχα έναν καθρέπτη μπροστά μου να μπορούσα να αντιληφθώ και την αλλαγή στη μορφή μου.

Περπάτησα σε ένα δρόμο. Σπίτια εκατέρωθεν, ο κάθε άνθρωπος είχε δικό του ρυθμό, άλλοι είχαν παγώσει σε μια σταθερή αγωνία, άλλοι έτρεχαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Το μυαλό μου, αλλά όχι εγώ, σκέφτηκε πως μάλλον έχουμε πόλεμο. «Επιτέλους», ομολόγησα στα σπλάχνα μου. Ζεσταινόμουν. Είχα χάσει την αίσθηση της ακοής. Μπορούσα μόνο να αντιληφθώ σε όλη την περίμετρο γύρω μου πως συνέβαιναν πράγματα που έκαναν θορύβους, μπορούσα να τους καταλάβω, ίσως να τους μαντέψω όπου η εικόνα σκοτείνιαζε, αλλά δεν τους άκουγα.

Άρχισα να συναντώ γνωστούς μου. Ήθελα απεγνωσμένα να φτάσω στη σπηλιά. Ήξερα πως μόνο εκεί θα υπήρχε ησυχία, πως μόνο μακριά από αυτή την παράνοια θα σώπαινα και θα άκουγα την σιωπή που με περιβάλλει. Οι γνωστοί μου μιλούσαν. Άκουγα μέσα από τον υπόκωφο χτύπο των μηλιγγιών μου. Είχα τρέξει κι εγώ μάλλον. Μιλούσαν για πολιτική, για τέχνη και για παιδεία και ήξερα πως έλεγαν ψέματα, από τα πρόσωπά τους  που έλιωναν σταδιακά και στάλαζαν στην ζεστή από το χιόνι άσφαλτο, σε χοντρές, πολύχρωμες σταγόνες, σαν μπουκέτα από κεριά σε τζάκι. Κάποιοι λυσσομανούσαν, ούρλιαζαν «μην πας εκεί!» και τα πρόσωπά τους έχαναν την μορφή τους, διαλύονταν σε ογκώσεις στον αέρα, έβρισκαν χώρο ανάμεσα στα κυβικά, ορατά μόριά του και καρφιτσώνονταν εκεί. Η ανθρώπινη αποσύνθεση άφηνε σάρκινους λεκέδες στο διάβα της.

Το διασκέδαζα λίγο. Ήξερα πως έπρεπε κάπου να πάω. Είχα χάσει τον προσανατολισμό μου και η σπηλιά δεν υπήρχε πια, ούτε καν στην σκέψη μου. Στο μεταξύ οι ήλιοι είχαν γίνει πολλοί και η ζέστη που έφερνε το χιόνι που έπεφτε, αφόρητη. Ο κόσμος βρισκόταν σε μια σύγκρουση, ολική, σταθερή και μη αναστρέψιμη.

Σε συνάντησα. Ήταν μια προγραμματισμένη συνάντηση. Το ανάστημα σου ίσιο, λίγο τρομαγμένο, αλλά έδειχνε να γνωρίζει καλύτερα. Μου εξήγησες με κλαγγές αντί για λέξεις τι συμβαίνει. Έγνεψα συναινετικά. Αρχίσαμε να παλινδρομούμε ανάμεσα στις κολώνες ενός κτηρίου, από πάνω λάμψεις και κρότοι άνθιζαν. Μας κυνηγούσαν για ώρα πολλή ανάμεσα στις κολώνες. Πάνω κάτω ασταμάτητα. Τους τσακίζαμε με μόνα μας όπλα τον δείχτη και τον αντίχειρα σε ορθή γωνία. Ήρθε παύση, άγγιξα χείλη, αντάλλαξα βλέμμα. Πριν έρθει η επόμενη φυγή προς τα εμπρός, εξαφανίστηκες.

Ή μάλλον εγώ μεταφέρθηκα αλλού, πιο ήσυχα, παρόλο που δεκάδες μορφές είχαν παγώσει σε μορφασμό ουρλιαχτού. Έμοιαζε με άνοιξη σε σεληνιακό κρατήρα. Κοκτέιλ Νάπαλμ. Μέσα σε μια φωτεινή έκρηξη, κάποιες φωνές μου έλεγαν πως η Αναγέννηση θα αργήσει, γιατί ο ζωολογικός κήπος βεβηλώθηκε από φανατικούς ανθρωπιστές. Νομίζω πως ακούγοντας αυτή την είδηση έκλαψα. Σκέφτηκα πως ήταν κρίμα που δεν ήσουν εκεί να δεις το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού. Ακόμα και η σπηλιά είχε καταρρεύσει. Υπήρχαν μόνο άνθρωποι. Αρνήθηκα τη βοήθεια που μου προσέφεραν τα διαμελισμένα τους χέρια. Είχα αποφασίσει πως θα καθόμουν εκεί, μόνη και ήσυχη, να πεθάνω μαζί με την ήδη νεκρή φύση που με περιέβαλλε. Δεν υπήρχε πια τίποτα για να περιμένω. Μόνο άνθρωποι.

Η σιωπή είναι χρυσός (και μάλιστα πολύτιμος, αφού πλέον αγοράζεται σε κάθε γειτονιά), αλλά η επικοινωνία είναι ακόμα πιο γυαλιστερή. Επιστροφή στην επικοινωνία λοιπόν, απευθείας από την ελληνική επαρχία.

Αφορμή για αυτή την επικοινωνία είναι η αυθόρμητη τάση που έχω να απεχθάνομαι τα ανθρωπάκια που εμφανίζονται με την πρώτη ευκαιρία στο κοινωνικό στερέωμα με στόχο να εκμεταλλευτούν την κάθε ευκαιρία προς όφελός τους, ειδικά σε περιόδους κατά τις οποίες οι κοινωνικο-πολιτικές δομές χαλαρώνουν.

Όχι, δεν θα αναφερθώ στον φασισμό, αλλά στην μαυραγορίτικου τύπου κερδοσκοπία, παρόλο που ο τρόπος και ο χρόνος (επαν)εμφάνισής τους, καθώς και οι στόχοι τους είναι πανομοιότυποι.

Παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο του ιστορικού Mark Mazower “Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής” (εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994), κεφάλαιο 4ο, “Αξιώματα της Μαύρης Αγοράς”:

“Οι περισσότεροι όμως από τους μαυραγορίτες ήταν Έλληνες. Ορισμένοι ήταν πλούσιοι έμποροι, άλλοι ήταν μικροί αγρότες ή συγγενείς τους. Η φτώχεια και η ανεργία  είχαν μεταμορφώσει υπαλλήλους, καλλιεργητές, συγγραφείς και δικηγόρους σε εμποράκους. Πουλούσαν εφημερίδες ή γυρόφερναν στους δρόμους ως πλανόδιοι, διαλαλώντας ίσως δυο-τρία τσιγάρα, μπαταρίες κακής ποιότητας για φακό τσέπης ή μια χούφτα κορινθιακή σταφίδα.

…Όλοι αγόραζαν και πουλούσαν. Παλιατζήδες έβαζαν διαφημίσεις στον ημερήσιο τύπο. Υπήρχαν πολυάριθμες δημοπρασίες όπου έμποροι και νεόπλουτοι αγρότες αγόραζαν ό,τι μπορούσαν. Οι πωλήσεις ακινήτων αυξάνονταν και μειώνονταν σε αντιστοιχία με τις εξάρσεις του λιμού, που σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι εξαναγκάζονταν να πουλήσουν τα σπίτια τους για να επιζήσουν. Και ενώ μεγάλη πλειονότητα κινούνταν από την απελπισία και την ανάγκη, υπήρχε και μια δράκα κερδοσκόπων που απλώς κοίταζαν να κάνουν την τύχη τους παίζοντας στην αγορά.

…Αποτελούσε όμως αυτή η  κερδοσκοπία προνόμιο μιας νέας τάξης που την είχε δημιουργήσει ο πόλεμος; Αυτή ήταν σίγουρα η κυρίαρχη άποψη, και όλοι είχαν στο στόμα την κουβέντα για τους «νεόπλουτους» που είχαν ανέβει στην κορυφή. «Οι καινούριοι πλούσιοι», έγραφε ο Θεοτοκάς, «είναι άτομα τυχοδιωκτικά που δρουν σα μέσα σε μια ζούγκλα κι ό,τι αρπάξει ο καθένας». Σ’ ένα πολύ ζωντανό ρεπορτάζ για το λιμό, μια βιεννέζικη εφημερίδα περιέγραφε πως η παλιά πλουτοκρατία της Ελλάδας αντικαθίστατο από μια καινούρια, πιο χυδαία εκδοχή: «Συνήθως ταπεινής καταγωγής, και με εκπληκτική έλλειψη παιδείας, δίνουν στους ξένους την εντύπωση ότι εξευτελίζουν εντελώς την ελληνική πολιτιστική ζωή».

Υπήρχαν νιόφερτοι, αυτό να λέγεται. Ένας Αθηναίος από παλιά αστική οικογένεια έγραφε σε έναν φίλο του ότι ο Σταύρος, ο παλιός του κηπουρός, είχε «ανθήσει και είχε γίνει ένας πετυχημένος μαυραγορίτης», είχε γίνει «μέγας καπιταλιστής» και υπερασπιστής του στάτους κβο ενάντια στην Αριστερά. Αλλά αυτού του είδους οι περιγραφές είχαν συχνά έντονο το στίγμα του σνομπισμού. Οι πλούσιοι χωρικοί και οι νεόπλουτοι χειρώνακτες ήταν ένα μέρος μόνο του προβλήματος. Την Κατοχή κατάφεραν να τη βγάλουν πέρα, ακόμα και να βγάλουν κέρδος από αυτήν, και άνθρωποι με φτιαγμένες περιουσίες. Έξω από την Αθήνα, τοπικοί πρόκριτοι ήταν σε ισχυρή θέση ώστε να «βοηθούν» μεμονωμένους Ιταλούς ή Γερμανούς φρούραρχους. Στην πρωτεύουσα εφοπλιστές και βιομήχανοι δραστηριοποιούνταν στη μαύρη αγορά για χρυσές λίρες. Η διαβόητη «ομάδα των Γιώργηδων», -πέντε από τους διασημότερους κερδοσκόπους – περιλάμβανε τρεις γνωστούς και ευκατάστατους προπολεμικούς υπουργούς, και συνένωνε πρώην βενιζελικούς και τους αντιπάλους τους. Ίσως μπορούμε να πούμε πως υπήρξαν δυο θέσεις που συνέβαλλαν στην εξασφάλιση του πλουτισμού – το να είναι κανείς κοντά στα φθίνοντα αποθέματα αγαθών και το να είναι κοντά στην εξουσία. Αυτό ήταν εις βάρος πολλών εύπορων παλιότερα οικογενειών, των οποίων οι δεξιότητες δεν είχαν ζήτηση, το εισόδημά τους από προσόδους είχε πέσει, ενώ οι φίλοι και οι προστάτες τους δεν ήταν πια στην εξουσία.»

Δεν εθελοτυφλώ πιστεύοντας πως τελούμε υπό Γερμανική οικονομική κατοχή αυτή την εποχή (αντίθετα είμαι πεπεισμένη πως διανύουμε περίοδο ντόπιας χουντικής ολιγαρχίας). Ο οποιοσδήποτε παραλληλισμός της σημερινής εμφάνισης των «μαυραγοριτών» χρυσού, αγροτικών προϊόντων, τουρισμού κτλ. με τους τότε μαυραγορίτες εντοπίζεται περισσότερο στην τάση των καπιταλιστικών ή/και των απολυταρχικών συστημάτων να αναδεικνύουν, κατά περιόδους, τμήματα ή μέλη τους που επωφελούνται της φτώχειας των υπολοίπων. Και φυσικά να δημιουργούν εξαθλιωμένες τάξεις και να τις συντηρούν εκεί προς όφελός τους, εξαρχής.

Η μαύρη αγορά θυμίζει λίγο το ίδιο το κεφάλαιο. Όπως ο μαυραγορίτης γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας σε μια κακώς δομημένη κοινωνία, ώστε «να μπορεί ο κόσμος να προμηθεύεται τα απαραίτητα» σε οποιοδήποτε βεβαίως κόστος, έτσι και μια επιχείρηση που προσλαμβάνει εργαζόμενους με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς και μηδενικές παροχές ασφάλισης, αποτελεί «αναγκαίο κομμάτι μιας περιοχής, αφού προσφέρει θέσεις εργασίας». Και φυσικά αγοράζει αυτή την εργασία σε οποιαδήποτε εξευτελιστική τιμή θέτει η ίδια. Τώρα και με τη βοήθεια του κράτους (βλ. νέες συλλογικές συμβάσεις εργασίας).

Σήμερα η εκμετάλλευση έχει αποκεφαλαιοποιηθεί βέβαια, δίνοντας χώρο στη νέα τάξη μαυραγοριτών και εμποράκων, στους απανταχού μεταποιητές. Ούσα η ίδια μέλος της πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής, τους αντιμετωπίζω συχνά-πυκνά. Είναι παρόντες και έτοιμοι να εκμεταλλευτούν την κρίση «βοηθώντας τον συνάνθρωπό τους» και κερδίζοντας παρά με ουρά, επί τη ευκαιρία, δίχως να δημιουργήσουν οι ίδιοι το οτιδήποτε.

Η εμφάνιση των κοινωνικών παρασίτων (εμπορικών και φασιστικών μαζί)  αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την ανάγκη που έχει μια κοινωνία (και δη όταν καταρρέει), να αντικαταστήσει την κερδοσκοπία με αλληλεγγύη προς και από όλα της τα μέλη, ώστε να ανταπεξέλθει σε μια κρίση (οικονομική, επισιτιστική κτλ.) και να διατηρήσει τη συνοχή της. Αναδεικνύει επίσης την αναγκαιότητα της αυτονομίας και της αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, ως λύση στην κρίση του καπιταλισμού και του κεφαλαίου.

Αλλά αυτά χρίζουν ξεχωριστής συζήτησης και παράθεσης σκέψεων.

Προς το παρόν, το νου μας στις κοινωνικές ανωμαλίες. Η εκμετάλλευση έχει πολλά πρόσωπα και ξέρει να μασκαρεύεται έτσι ώστε να γίνεται δυσανάγνωστη πίσω από την «κοινωνική προσφορά» της ή το εμπορικό της δαιμόνιο.

compro oro

[Αφισάκι απευθείας παρμένο από Αναπλιώτικο μπλογκ: http://palabourtzi.blogspot.gr/2013/04/blog-post_15.html]

Κλείνω θεματικές ενότητες αυτές τις μέρες (να είναι ηλικιακά υποκινούμενη άραγε αυτή η ανακύκλωση;).

Σε συνέχεια των δύο πολύ βασικών βιβλιοθηκών που αναφέρονται σε προηγούμενο άρθρο, θα παραθέσω αυτή τη σελιδούλα με πολύ όμορφο αρχείο, την οποία ένας φίλος μου θύμησε πρόσφατα, στέλνοντας αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο για την Πρωτομαγιά.

Γιατί όπως πολύ αυθόρμητα είπε μια παράλληλα σκεπτόμενη φωνή: “Ας κάνουμε όλοι ασκήσεις μνήμης και κοινής λογικής προτού ψηφίσουμε” .

Και θα συμπληρώσω: Στον αγώνα της μνήμης ενάντια στην λήθη [sic] και της διεκδίκησης ενάντια στην μαλθακότητα και την αδιαφορία.

Όσο για τις εκλογές, απολαύστε υπεύθυνα.

Κοιτάζω την προηγούμενη ανάρτηση και διαπιστώνω πως από τον περασμένο Νοέμβρη των καυτών τηλεοπτικών ειδήσεων, της ανόδου της υπάρχουσας κυβέρνησης, της καταστρατήγησης των πολιτικών ελευθεριών μας και πάνω από όλα, της απόλυτης διακωμώδησης των δικαιωμάτων μας, λίγα έχουν αλλάξει.

Ως εκ τούτου, σιωπούσα.

Μεσολάβησαν σκάνδαλα οικονομικών καταχρήσεων που ως εκ θαύματος ανασύρονται στο φως προεκλογικά, αυτοκτονίες πολιτών με περισσότερο ή λιγότερο πολιτική χροιά, τα νέα μέτρα που αναμένουμε, πάντα στωικά, να μας φορεθούν από Ιούνιο, η κατάργηση των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων, όπως αυτά είχαν κατοχυρωθεί από δεκαετίες πάλης, άλλη μια αναδιάρθρωση/αποσάθρωση στην παιδεία, τα εγκαίνια κτηρίων μαζικής κράτησης μεταναστών με στόχο την αδιάκριτη απέλασή τους, η κατ’ οίκον παράδοση/ενοικίαση ένστολων για την προστασία του πολίτη, ο επικός προεκλογικός αγώνας της Χρυσής Αυγής, και πλατιά χαμόγελα εν όψη εκλογών.

Και εμείς θα συνεχίσουμε να ψηφίζουμε ότι ψηφίζαμε, γιατί εμπιστευόμαστε μόνο όσα γνωρίζουμε. Παθολογία.

Προχθές ονειρεύτηκα πως τα αποτελέσματα της Κυριακής με διέψευσαν. Ένα τεράστιο αγωνιστικό μέτωπο προχωρούσε στους δρόμους, καταστρέφοντας τα τελευταία απομεινάρια των συντηρητικών θεσμών μας. Όπλα ιδεών, ανάκατα με ατσάλι, ήταν στα χέρια ανθρώπων γεμάτων δύναμη και χαμόγελα, που δεν φοβούνταν να ζυγίσουν τις δυνατότητες, να αποφασίσουν για τους εαυτούς τους, να βγουν έξω, να πολεμήσουν για τις αξίες τους και εάν ηττηθούν, να επαναπροσδιορίσουν τις δυνατότητές τους, προασπίζοντάς τες με ακόμα ισχυρότερα μέσα και ιδέες. Αυτούς τους ανθρώπους ονειρεύτηκα και όχι τα τρομαγμένα, αμήχανα πλασματάκια, που κουβαλούν χρόνια αμνησία αντί συνείδησης, και τα οποία αντικρίζω καθημερινά.

Βλέπω και μια μερίδα ανθρώπων που επιστρατεύουν άφοβα την φαντασία τους και κλίνουν προς εναλλακτικές εκλογικές λύσεις. Υγεία.

Εννοείται πως εν μέσω μιας συνολικά στρεβλής κοινωνικοπολιτικής δομής, με τρύπιο εκλογικό σύστημα, το να ψηφίζει κανείς είναι σχεδόν κοροϊδία. Όμως για όσους φτάσουν μέχρι τις κάλπες, ας το κάνουν με πλήρη συνείδηση της συνέπειας που έχει εκείνο το χαρτί που βάζουν στη σχισμούλα της κάλπης. Όχι άλλο κονφορμισμό. Όχι άλλη πολιτική ηδονοβλεψία σε αυτό το φιλμ κοινωνικού σαδισμού.

Στρέβλωση

Ααα, άλλο πράμα η αυτοψία και άλλο η ενημέρωση από τις “ειδήσεις”. Τώρα πια μου είναι σαφές.

[Όπου “ειδήσεις”, βλέπε “προβολή της προσωπικής γνώμης και κοινωνικοπολιτικής πεποίθησης του καθένα”]

Παρατηρώντας την Ελληνική καθημερινότητα και παρά την παραμένουσα γεωγραφική απόσταση από τον πυρήνα των γεγονότων, δηλαδή την Αθήνα, διατηρήθηκα για λίγο καιρό μακρυά και από οποιονδήποτε σχολιασμό επί του διαρκούς παραλόγου που βιώνουμε.

“Ο χρόνος είναι χρήσιμο εργαλείο νηφαλιότητας για να μπορούμε να αντιληφθούμε την πραγματικότητα με διαύγεια”, σκέφτηκα και το έπραξα μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω πως οι σκέψεις μου είναι κοινότοπες και συχνά κενές, αλλά και για να βρεθώ, αντίθετα από τις προβλέψεις μου, σε κατάσταση μηδενικής διαύγειας.  Η περίοδος της βουβαμάρας μου, παρ’όλα αυτά, με οδήγησε στις εξής παρατηρήσεις:

Το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων δέχεται με απερίσκεπτο ενθουσιασμό ή με μουδιασμένη επιφύλαξη τον ερχομό του νέου μας Πρωθυπουργού. Σα να ξεχάσαμε πως το πρόβλημα δεν είναι το ηγετικό πρόσωπο, αλλά η δομή της ηγεσίας και ο εκλογικός νόμος (και, κοιτώντας λίγο βαθύτερα, η συνολικά στρεβλή πεποίθηση που μας έχει εμφυσηθεί σχετικά με την καταξίωση, την προκοπή, την εργατικότητα, την παραγωγικότητα, αλλά ας μην εξετάσουμε αυτές τις συνιστώσες εδώ).

Κοιτώντας την σημερινή κυβέρνηση, βλέπω τα εξής:

Έναν πρωθυπουργό όχι μόνο αμφιβόλου ποιότητας (είχα κάποτε πει πως οι σπουδές και τα αριστεία μπορεί να δηλώνουν την ικανότητα ενός ανθρώπου, αλλά ουδεμία ένδειξη αποτελούν για την ποιότητά του), αλλά πιθανά και επικίνδυνο για την χώρα.

Ένα υπουργικό σώμα που ΔΕΝ ΕΠΙΛΕΞΑΜΕ και έχει ανοίξει απροκάλυπτα την πόρτα στην άκρα Δεξιά, αερίζοντας το βρακί του ηδονικά μπρος στα μούτρα της.

Μια κοινοβουλευτική ομάδα που ουδεμία σχέση έχει με αυτό που  θα επιλέγαμε τώρα και η οποία χαριεντίζεται με γλειψιματικές ανταλλαγές ψήφων εμπιστοσύνης, λες και είναι σοκολατάκια και ανθοδέσμες σε πάρτυ γενεθλίων.

Κι εμείς σαστισμένοι, εξοργισμένοι, ή τίποτα από όλα αυτά (;;). Να αδυνατούμε ακόμα να προβλέψουμε, να ορίσουμε των ηθικό μας κώδικα, να κρίνουμε ή να κριθούμε.

Η κατάσταση της Ελλάδας, αναπόφευκτα μου έφερε στο μυαλό αυτή την ιδιαίτερης αισθητικής φωτογραφία του André Kertész. 

Μια Ελλάδα Ωραία, που προβάλει το ναρκισσισμό της στον φακό χαμογελώντας νωχελικά και λάγνα, ενώ συγχρόνως αγνοεί την, εμφανή στους παρατηρητές, στρεβλή στάση του υπόλοιπου μισού του σώματός της. Το μυαλό μας έχει επιχρυσωθεί από ένα ψέμα, που δύσκολα αποτινάζεται, ώστε να καταφέρουμε να αντιληφθούμε ορθά το οτιδήποτε.

L’art de l’auto-ironie

Διότι η επίγνωση είναι η μισή αρχοντιά.